Δημήτρης Μακρής Ο Απροσκύνητος Καπετάνιος του Μεσολογγίου

Γιάννη Δ. Μακρή
 
Δημήτρης Μακρής 
Ο Απροσκύνητος Καπετάνιος του Μεσολογγίου 
 
 
 
Το 1818 ή ᾽19, ο εκ Κραβάρων Ηγούμενος Δανιήλ κάλεσε το Μακρή στη Μονή Κατερινούς όπου βρισκόταν ο Ι. Παπαρηγόπουλος, γραμματέας του Ρωσικού Προξενείου των Πατρών και κορυφαίος Φιλικός. Ο Καπετάνιος ανταποκρίθηκε και κατέβηκε στο μοναστήρι με τα Πρωτοπαλίκαρα του, δώσανε τον όρκο των Φιλικών και ο Νταϊφάς των Κλεφτών του Ζυγού πήρε τη θέση του στις Εθνικές δυνάμεις που προετοίμασαν και κήρυξαν την Επανάσταση του 1821. Αλλά ποιοί ήταν οι Κλέφτες του Ζυγού και γιατί λέγονταν έτσι; 
Η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζουμε και πολλά για αυτούς πρίν τον 18ο αιώνα, οπότε γίνεται η πρώτη αναφορά στην παράδοση αλλά και στη δημοτική μας ποίηση που τραγουδάει το χαλασμό 300 Κλεφτών, με καπετάνιο τον Τσιούλκα από ένα Δερβέναγα με 1.500 Τουρκαλβανούς. Σύμφωνα με το συγκεκριμένο τραγούδι, οι περικυκλωμένοι Κλέφτες, αφού έχυσαν και τα ασημένια κουμπιά από τα γελέκια τους και τα ’καναν βόλια, έκαναν γιουρούσι με πρώτο τον Τσιούλκα και έπεσαν μέχρις ενός. Η εικόνα που παρουσιάζουν οι Κλέφτες του Τσιούλκα παραμένει ίδια και στην εποχή του Μακρή και μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι η Κλεφτουριά στο Ζυγό είναι πολύ παλαιότερη του 18ου αιώνα, γιατί τότε εμφανίζεται σε εμάς με χαρακτηριστικά παγιωμένα. Και ποια είναι αυτά; 
Πρώτα και κύρια ότι είναι απροσκύνητοι και γι’ αυτό υποφέρουν τη καταδρομή των Οθωμανών. Ακόμη είναι ασυμβίβαστοι και αποφασισμένοι γιατί αντί να παραδοθούν κάνουν γιουρούσι κατά πολλαπλάσιου εχθρού, πέφτοντας μαχόμενοι. Έπειτα είναι φοβεροί πολεμιστές που πολεμάνε ακόμα και με βόλια από ασημόκουμπα. Είναι ισχυροί, γιατί παράνομο σώμα με τριακόσιους άνδρες είναι μεγάλο και δυνατό. Και τέλος δεν τελειώνουν, γιατί αν και ξεκληρίστηκαν στη συγκεκριμένη μάχη στο Καλούδι το καλοκαίρι του 1760, ο Νταϊφάς αναγεννήθηκε αμέσως στα καστανοράχια του Ζυγού με καπετάνιο τώρα το Δεληγιάννη. Άλλο χαρακτηριστικό η ονομασία τους, Κλέφτες του Ζυγού, που προσδιορίζει εκτός από την παρανομία της Κλεφτουριάς και τη γεωγραφική περιοχή προέλευσης και δράσης του Νταϊφά. Είναι ο αναχαές Ζυγός, η επαρχία δηλαδή του Ζυγού, που περιλαμβάνει το Ζυγό, Πάνω και Κάτω, και τις δυό Χώρες, Ανατολικό και Μεσολόγγι. Ο αναχαές Ζυγός ανήκει στο Αρματολίκι του Ξηρομέρου, αλλά ούτε οι αρματολοί τον πατάνε γιατί υπάρχουν οι Κλέφτες του:
Βουνά μ’ για χαμηλώσετε, παραμεράτε λίγο
Για ν’ αγναντέψω το Ζυγό και τα Καστανοχώρια
Να ιδώ τους κλέφτες του Ζυγού και τους καπεταναίους
Να ιδώ τους δυό αδελφούς Μακρή, εξ αδελφούς Ντοβαίους
Να ιδώ τον Τσάκο Θοδωρή τους δυό Τσερεπελαίους.
Αυτοί ‘ναι οι κλέφτες του Ζυγού και οι καπεταναίοι.
Αυτοί φυλάνε το Ζυγό και πολεμούν τους Τούρκους.
Έτσι τραγούδησε η δημοτική μας μούσα τον Νταϊφά που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από Ζυγιώτες. Και μάλιστα, όλα τα χωριά του Ζυγού έχουν από ένα ή περισσότερα πρωτοπαλίκαρα με τα μπουλούκια τους στη δύναμή του. Αλλά και Μεσολογγίτες, Αιτωλικιώτες, κάτοικοι των χωριών της Παραχελωΐτιδας ξωμάχοι και θαλασσινοί, συμμετέχουν. Αυτοί οι τελευταίοι, οι θαλασσινοί, ίσως και να εξηγούν το πειρατικό μαύρο μαντίλι στο κεφάλι αντί για φέσι που, μαζί με τη Φλώρα κάπα, αποτελούν σήμα κατατεθέν του Κλέφτη του Ζυγού. 
Ενδέχεται λοιπόν η Κλεφτουριά να ξεκίνησε από πειρατές που έγιναν στεριανοί και λημέριασαν στα καστανοράχια. Μη ξεχνάμε ότι στην Αιτωλία η ληστεία και η πειρατεία ήταν διαδεδομένες από την αρχαιότητα.  Ακόμη, ο Νταϊφάς αν και επικηρυγμένος δεν εγκαταλείπει τα εδάφη του παρά μόνο για να χτυπήσει τους κατακτητές. Μετά τη μάχη στη Ζάβιτσα όπου οι Κλεφτοκαπετάνιοι  Κατσαντώνης, Δίπλας και Μακρής με 70 Κλέφτες διέλυσαν τρείς Μπέηδες με 400 Τούρκους, το δημοτικό μας λέει:
Οι κλέφτες εχωρίσανε και γίνανε μπουλούκια
Πάει ο Μακρής κατ’ το Ζυγό κι ο Αντώνης κατ’ το Βάλτο
Κι ο Δίπλας πέρα πέρασε πάει κατά τους κουμπάρους. 
Στη συνέχεια, δυστυχώς, ο Αλή πασάς κατόρθωσε να ξεκληρίσει τη Κλεφτουριά των Αγράφων σκοτώνοντας τους Κατσαντωναίους και τον Δίπλα και αναγκάζοντας τα πρωτοπαλίκαρα τους Καραϊσκάκη, Τσόγκα, Δημοτσέλιο κ.λ.π. να προσκυνήσουν στα Γιάννενα. Όμως στο Ζυγό απέτυχε να σκοτώσει τον Μακρή, παρά τον απηνή διωγμό που εξαπέλυσε εναντίον του. Έτσι, όταν στα 1820 οι δυνάμεις του Σουλτάνου πολιορκούσαν τον αποστάτη πιά Αλή στα Γιάννενα και στο Κάρλελι ορίστηκε διοικητής ο Πεχλεβάν Ιμπραήμ Μπαμπά πασάς, το μόνο επικηρυγμένο σώμα ήταν οι Κλέφτες του Ζυγού. Ο Μπαμπά πασάς θεώρησε ότι επρόκειτο περί προσωπικής έχθρας του Μακρή με τον Αλή και τον αντάμειψε για την εναντίωσή του στον αποστάτη με το αρματολίκι του Ζυγού. Γράφει ο Κ. Σ. Κώνστας σχετικά: Ο Μακρής, μυημένος ήδη από του προηγουμένου έτους εις την Φιλικήν Εταιρείαν, απήντησε καταφατικώς εις την επιστολήν του Μπαμπά πασά. Κατήλθεν εκ του Ζυγού, μετά τριακονταετή συνεχή διαμονήν εις αυτόν, εις το Βραχώρι, περιστοιχιζόμενος υπό των συντρόφων του και εν επισήμω τελετή ανεκηρύχθη καπετάνος του Ζυγού, περιβληθείς τον εξ ερυθρού εριούχου μετά χρυσών παρυφών και στολισμάτων επενδύτην των καπεταναίων. Το επιβλητικόν παράστημα του αρχηγού και τών ανδρών του, ο περίχρυσος οπλισμός των και η πολυτελής ενδυμασία όλων έκαμαν γενικώς εις τους παραστάντας Έλληνας και Τούρκους αίσθησιν, κυριολεκτικώς δε κατέπληξε τους πέριξ αυτού Τούρκους ο Μακρής διαμοιράσας προς αυτούς φούχτες χρυσών τουρκικών ρουμπιέδων, δείγματα όλα αυτά της φθοράς και της αφαιμάξεως των Τούρκων παρά των Ζυγιωτών κλεφτών. Η φθορά στην οποία αναφέρεται ο Κώνστας είναι στη πραγματικότητα μια βίαιη αναδιανομή πλούτου σε όφελος των κοινοτήτων, του κλήρου και του λαού γιατί, όπως μας πληροφορεί ο Καρκαβίτσας, οι Κλέφτες του Ζυγού παγίως διέθεταν μέρος από τα λάφυρα για ενίσχυση των Εκκλησιών και των Μοναστηριών αλλά και κοινωφελή έργα στα χωριά τους: δρόμους, γεφύρια, υδραγωγεία κ.α.  
Έτσι, τον Ιούλιο του 1820 ο πλέον επικηρυγμένος άνθρωπος στο Κάρλελι αναγορεύεται Καπετάνιος του, εγκαταλείπει τα δάση και τις σπηλιές και κινείται πλέον ελεύθερα προετοιμάζοντας την Επανάσταση. Το Μεσολόγγι υποδέχεται τον Καπετάνιο του επίσημα ενώ από τους Προκρίτους οι μυημένοι, με πρώτο τον Αναστάσιο Παλαμά, τον ηρωϊκό Καραπιπέρη, συνεργάζονται μαζί του για τη προετοιμασία του Ξεσηκωμού. Ο νεαρός ευπατρίδης Θανασάκης Ραζή-Κότσικας αναλαμβάνει γραμματικός του Νταϊφά και στη πόλη εγκαθίσταται δύναμη Κλεφτών ως φρουρά, η οποία μυστικά εκπαιδεύει τους Μεσολογγίτες στη χρήση των όπλων. Όμως το πιο σημαντικό είναι ότι οι απροσκύνητοι Κλέφτες είναι πλέον σε καθημερινή επαφή με το λαό του Μεσολογγίου και από τη μεταξύ τους ζύμωση διαμορφώνεται το φρόνημα εκείνο που θα οδηγήσει στο μεγαλείο της Εξόδου. 
Μερικούς μήνες αργότερα ο Μακρής ειδοποιείται από την Εταιρεία να παραστεί σε συνάντηση στην Αγγλοκρατούμενη Αγία Μαύρα, τη Λευκάδα. Πράγματι, εκεί και στο σπίτι του Λευκαδίτη Φιλικού Ιωάννη Ζαμπέλιου μαζεύτηκαν την Κυριακή της Αποκριάς του 1821, τα δυνατότερα τουφέκια της Ρούμελης: Πανουριάς, Ανδρούτσος, Βαρνακιώτης, Στουρνάρας, Κοντογιάννης, Καραϊσκάκης, Τσόγκας, Κατσικογιάννης, Κίτσος και ο Μακρής φυσικά. Αποφάσισαν να κηρύξουν την Επανάσταση την 25η Μαρτίου, ανήμερα του Ευαγγελισμού. Με τις εωθινές κωδωνοκρουσίες λόγω της μεγάλης Γιορτής της Χριστιανοσύνης οι Καπετάνιοι θα ξεσήκωναν τον πληθυσμό στα όπλα, ο καθ’ ένας στη περιοχή του. 
Ο Μακρής ήξερε ότι τώρα χρειαζόταν όσους περισσότερους άνδρες μπορούσε να έχει, άρα έπρεπε να τους στρατολογήσει και να τους εξοπλίσει, δηλαδή χρειαζόταν χρήματα. Τη λύση του έδωσε ο Παλαμάς όταν, σε μυστική συνάντησή τους στις 4 Μαρτίου, τον πληροφόρησε ότι την άλλη μέρα οι Τούρκοι θα μετέφεραν το χαράτσι από το Μεσολόγγι στη Ναύπακτο με μουλάρια. Εκεί έληξε και η σχεδόν οκτάμηνη σχέση του Μακρή με τη νομιμότητα των κατακτητών. 
Ο Καπετάνιος έσκισε το μπουγιουρντί του Αρματολού, ξανάγινε ο Πετρίτης του Ζυγού και με 28 πρωτοπαλίκαρα και μπουλουξήδες του το άλλο πρωΐ 5 Μαρτίου, στη σκάλα του Μαυροματιού στα ριζά της Βαράσοβας, έκαναν αυτό που ήξεραν σα Κλέφτες που ήταν, ξεκλήρισαν τη φρουρά και άρπαξαν το θησαυρό. Ο θησαυρός μοιράστηκε από τον Καπετάνιο στους διαλεχτούς του με ένα ασημένιο τάσι που ήταν μέσα σ’ αυτόν, στη θέση Τριφυλλάκι, στον ανατολικό Ζυγό που από τότε λέγεται και Χαράτσι. Τα πρωτοπαλίκαρα, φορτωμένα γρόσια, σκόρπισαν στα μέρη τους να στρατολογήσουν με εντολή να συγκεντρωθούν στον Κάτω Ζυγό. Έτσι ξεκίνησε η Επανάσταση στη Δυτική Ρούμελη, από τους Κλέφτες του Ζυγού και με τρόπο σύμφωνο με τη μακροχρόνια παράδοσή τους, δηλαδή αρπάζοντας βίαια από τον εχθρό το χαράτσι και χρησιμοποιώντας το σαν Επαναστατικό ταμείο. 
Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν, ο Νταϊφάς αριθμεί πιά 700 άνδρες και, όπως σημειώνει ο Σ. Τρικούπης, τα βουνά του Ζυγού εσκεπάσθησαν υπό κλεπτών καταβαινόντων εις κυρίευσιν του Μεσολογγίου. Όμως οι προεστοί είναι διστακτικοί, παρά τη πίεση που υφίστανται από τους Τούρκους να πληρώσουν εκείνοι το χαράτσι που άρπαξε ο Μακρής. Το γεγονός ότι οι άλλοι δύο σημαντικοί Καπετάνιοι, Βαρνακιώτης και Τσόγκας, δεν κινούνται καθώς και η διέλευση από το Μεσολόγγι του Τουρκαλβανού Καϊμακάμη πρώτα, που πέρασε στη Βοστίτσα και την έκαψε, και του Γιουσούφ πασά στη συνέχεια, που  με 6.000 ασκέρι κατέβηκε από την Ήπειρο να καταπνίξει την Επανάσταση στο Μωριά, εξηγεί το δισταγμό τους. 
Στην Ανατολική Ρούμελη και στον Μωριά η Επανάσταση ξεκινά στην ώρα της και ο Μακρής σε ανταπόκριση με τον Ανδρούτσο του στέλνει δύναμη Κλεφτών που πήρε μέρος στις μάχες στο Χάνι της Γραβιάς, όπου τραυματίζεται και ο επικεφαλής τους Κώστας Ντόβας, από τα πρωτοπαλίκαρα του Νταϊφά. Αλλά και οι Μωραΐτες που πολιορκούν την Πάτρα απευθύνονται στον Καπετάνιο, ζητώντας του να τους καλύψει τα νώτα από εχθρικές δυνάμεις που κατέβαιναν από την Ήπειρο. Ο Μακρής απάντησε ότι μόνος του δεν επαρκούσε και εντάθηκαν οι προσπάθειες να γενικευτεί η Επανάσταση στη Δυτική Ρούμελη. 
Στις 20 Μαϊου, ο Μακρής με τους άνδρες του είναι έξω από το Μεσολόγγι ενώ στο μυχό του Πατραϊκού κόλπου πλέουν Υδραίικα και Σπετσιώτικα καράβια με υψωμένη την Επαναστατική Σημαία. Ο λαός της πόλης ξεσηκώνεται, οι όποιοι ενδοιασμοί εξαφανίζονται και ο Μακρής μπαίνει στο Μεσολόγγι σαν Επαναστάτης πλέον. Στο διοικητήριο υψώνεται η Σημαία του Αγώνα σε ένα κλίμα γενικευμένης αλλοφροσύνης, ενώ εκλέγονται οι Επαναστατικές αρχές της πόλης και συγκροτείται ένοπλο σώμα κατοίκων υπό τον Θανασάκη Ραζή-Κότσικα που ακολουθεί τον Καπετάνιο. 
Ακολουθεί ο ξεσηκωμός του Αιτωλικού και από εκεί η πορεία για τη πολιορκία του Βραχωριού. Όταν ο Μακρής στρατοπέδευε στα γεφύρια του Αλάμπεη κινήθηκαν και οι Βαρνακιώτης και Τσόγκας, χάρις στις άοκνες προσπάθειες της Φιλικής Εταιρείας και του Αλεξάκη Βλαχόπουλου, και η Επανάσταση επεκτάθηκε σε όλη τη Δυτική Ρούμελη. Η πολιορκία του Βραχωριού πρώτα και του Ζαπαντιού στη συνέχεια διήρκεσε δυό μήνες και με την επιστροφή του Καπετάνιου στο Μεσολόγγι υπογράφεται η παρακάτω ομολογία:
Διά του παρόντος συμφωνητικού γράμματος γίνεται δήλον ότι όλοι ημείς οι ευρισκόμενοι εις τον επάνω Ζυγόν και κάτω και Μεσολογγίται και Αιτωλικιώται, συμφώνως όλοι απεφασίσαμεν και εβάλομεν καπιτάνον εις το βιλαέτι μας τον καπετάν Δημήτρην Μακρήν, να έχει μαζί του εκατόν νεφέρια και να ευρίσκεται πρόθυμος εις κάθε φύλαξιν του βιλαετιού μας.
Μεσολόγγι 1821 Ιουλίου 28.
Έχει προηγηθεί, κατά ένα μήνα περίπου, μια αντίστοιχη των κατοίκων του Βενέτικου. 
Οι ομολογίες αυτές, που ίσχυσαν μέχρι τέλους του Αγώνα, παρουσιάζουν ενδιαφέρον κυρίως για δυό λόγους. Ο ένας είναι η φύση τους που είναι αμιγώς επαναστατική. Οι κάτοικοι, με τη κήρυξη της Επανάστασης αναγνώρισαν Καπετάνιο τους εκείνον που τους ξεσήκωσε στα όπλα, εξέλεξαν τοπικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και προχώρησαν σε δημιουργία δομών εξουσίας Ελληνικής, διαγράφοντας με μιάς τέσσερις αιώνες σκλαβιάς. Ο άλλος είναι η ισχύς τους, διότι ουδέποτε αμφισβητήθηκαν μέχρι τέλους του Αγώνα. 
Το Καπετανάτο του Μακρή δε γνώρισε εμφυλίους, δεν είχε οποιαδήποτε συνδιαλλαγή με τους Τούρκους, δεν υπήρξαν ποτέ καπάκια, αλλά έμεινε αδούλωτο μέχρι το 1826 και ο κατακτητής υποχρεώθηκε να παρατάξει στο Μεσολόγγι τις δυό μεγαλύτερες στρατιές του τότε Οθωμανικού κόσμου, καθώς και τους στόλους του για να το πάρει. Αλλά ακόμα και τότε, αν η Κυβέρνηση του Επαναστατημένου έθνους επεδείκνυε μεγαλύτερη σοβαρότητα, τα ματοβαμένα χώματα της Αιτωλίας θα είχαν γίνει ο τάφος των κατακτητών και η Επανάσταση θα είχε θριαμβεύσει. Δυστυχώς η σοβαρότητα στη πολιτική ζωή της χώρας, ακόμα και σήμερα, δυό αιώνες μετά, παραμένει ζητούμενο. 
Η παρουσία, στη θέση του Καπετάνιου, ενός καθαρόαιμου Κλέφτη έπαιξε το ρόλο της. Ο Μακρής στην ηλικία των 18 ετών, μετά το θάνατο του πατέρα του Βαγγέλη Πραγγέλη Μακρή, σκότωσε έναν Τούρκο αγά και βγήκε στη παρανομία. Ο Νταϊφάς των Κλεφτών του Ζυγού ήταν πλέον το φυσικό του καταφύγιο, ενώ ο μεγάλος αδελφός του Γιάννης έφυγε στη Βλαχία. Η πανύψηλη και ρωμαλέα κορμοστασιά, η μυθική δύναμή του - λέγεται ότι σε γιορτές κρατούσε ένα σφαχτό σε κάθε του χέρι και οι εκδορείς τα έγδερναν - σε συνδυασμό με έναν ατρόμητο χαρακτήρα γρήγορα τον ανέδειξαν σε πρωτοπαλίκαρο του Σφαλτού. Όταν στα 1806, αυτός ο τελευταίος δολοφονήθηκε από τον Αρματωλό του Απόκουρου Σιαδήμα, με εντολή του Αλή πασά, ξέσπασε διαμάχη στο Νταϊφά. Ντοβαίοι και Γαλαναίοι διεκδίκησαν την αρχηγία αλλά τελικά, με παρέμβαση των γεροντότερων, η σπάθα του Κώστα Τσούτση, σύμβολο της αρχηγίας στο Ζυγό, έζωσε τη μέση του ανεψιού του Δημήτρη Μακρή. Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη παράδοση, ο Τσούτσης ζούσε όταν ο μικρός γιός της αδελφής του ανακηρύχτηκε Καπετάνιος του Ζυγού. Οι Κλεφτοφάρες που διεκδικούσαν την αρχηγία επέδειξαν τη γνωστή πειθαρχία των Ζυγιωτών αν και ο νεαρός Καπετάνιος δεν είχεν επιδείξει μέχρι της ώρας εκείνης έκτακτον τι εν συγκρίσει προς αυτούς κ’ ετέθησαν υπό τας διαταγάς του, μας πληροφορεί ο Καρκαβίτσας. Ο Νταϊφάς είχε πλέον αποκτήσει τον ιστορικότερο Καπετάνιο του ο οποίος, κατά τον Καρκαβίτσα πάντα, διεβοήθη ως παλικάρι ατρόμητον και διετήρησε πάντοτε την τιμήν του Κλέφτου αλώβητον, διότι ποτέ κατά τας τόσας καταδρομάς δεν υπέκυψεν εις τους Τούρκους μέχρι της Επαναστάσεως. Κατ’ αυτήν δε επέδειξεν μίαν από τας ηρωϊκωτέρας μορφάς της εποχής του. Έτσι, όταν 14 χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1820 και στα πλαίσια της προετοιμασίας του ξεσηκωμού από τη Φιλική Εταιρεία, ο Μακρής ζωσμένος τα θρυλικά πιά άρματά του, καβάλα στο περήφανο πολεμικό φαρί του και ακολουθούμενος από το απροσκύνητο Κλέφτικο Νταϊφά του μπήκε στο Μεσολόγγι σαν Καπετάνιος του Βενέτικου, του Ζυγού και των δύο χωρών, ξεκίνησε μια σχέση με τους Μεσολογγίτες η οποία επιβίωσε και μετά το θάνατο του ξακουστού Πρωτοκλέφτη. 
Επειδή τείνουμε να συγχέουμε τον τίτλο του Καπετάνιου με εκείνον του Οπλαρχηγού, θέλω να διευκρινίσω εν συντομία ότι ενώ Οπλαρχηγός ήταν ο αρχηγός ενόπλου σώματος, ο Καπετάνιος ήταν εκτός από αρχηγός των όπλων και κυβερνήτης, δηλαδή η διοικητική κορυφή μιάς περιοχής. Στο Μεσολόγγι λοιπόν, από την αρχή μέχρι το τέλος του αγώνα Καπετάνιος ήταν ο Μακρής, ενώ Οπλαρχηγός των Εντοπίων, μέχρι την Έξοδο κατά την οποία έπεσε μαχόμενος, ήταν μια άλλη μεγάλη μορφή, ο Θανασάκης Ραζή-Κότσικας. Αυτός ο δεύτερος ανακηρύχτηκε Αρχηγός των Όπλων της πόλης όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Οι δύο άνδρες συνδέθηκαν στενά και, κατά τα ήθη της εποχής, κατέληξαν να συμπεθερέψουν όταν ο Μακρής παντρεύτηκε την πρώτη εξαδέλφη του Ραζή-Κότσικα Ευπραξία, κόρη του Στάμου Ραζή και της πανέμορφης κόρης με το σέρσιγκα Μαρούλας. 
Ο γάμος έγινε ανήμερα Άη Γιαννιού του 1826 στη πολιορκημένη πόλη, ολοκληρώνοντας το συνοικέσιο που έγινε ένα χρόνο νωρίτερα, όπως προκύπτει από το σχετικό προικοσύμφωνο που συνέταξε τον Φεβρουάριο του 1825 ο σύγαμβρος του Μακρή Αθανάσιος Παπαλουκάς σε θαυμάσια για την εποχή γλώσσα, φραστικό δείγμα της Παλαμαίας Σχολής. Το Μυστήριο ευλόγησε ο Ιωσήφ Ρωγών ενώ κουμπάρος παραστάθηκε ο Μήτρος Δεληγιώργης φανερώνοντάς μας τον στρατιωτικοπολιτικό πυρήνα του ανένδοτου αγώνα που οδήγησε στη κορύφωση της Επανάστασης, την Έξοδο του Μεσολογγίου. 
Γιατί η Έξοδος ήταν αποτέλεσμα ενός πνεύματος που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ των ντόπιων, όπως προκύπτει από το διάλογο Μακρή - Καραϊσκάκη στη πολιορκημένη πόλη την 27η Οκτωβρίου του 1825 και διεσώθη από τον Κασομούλη. Εκεί ο Μακρής απορρίπτει τη πρόταση του Καραϊσκάκη, να του δωθεί δύναμη από τη Φρουρά για να χτυπήσει τους Τούρκους από έξω, και δηλώνει ότι η Φρουρά θα κρατήσει όσο μπορεί την Πόλη και όταν δεν θα μπορεί άλλο, δεν θα παραδοθεί αλλά θα κάνει γιουρούσι, θα διασχίσει τα στίφη των εχθρών και θα συνεχίσει τον αγώνα μέχρι την επίτευξη του μεγάλου στόχου, τη Λευτεριά της Πατρίδας. 
Το πνεύμα αυτό, απολύτως συμβατό με τη παράδοση των Κλεφτών του Ζυγού, όπως είδαμε και στη περίπτωση του Καπετάν-Τσιούλκα στο Καλούδι 80 χρόνια νωρίτερα, αναπτύχθηκε μεταξύ των Μεσολογγιτών από τις πρώτες μέρες του Αγώνα όταν, με επικεφαλής το Ραζή-Κότσικα και τη συγκατάθεση του Καπετάνιου, αποφάσισαν και οχύρωσαν την πόλη, παρά την έντονη αντίθεση του Μαυροκορδάτου. Ο ίδιος μάλιστα ο Καπετάνιος διαλέγει ένα από τα πιό επικίνδυνα σημεία της οχύρωσης και εκεί τοποθετεί τη Ντάπια του, την οποία κατασκευάζει, συντηρεί και υπερασπίζεται μέχρι τη Νύχτα της Εξόδου. 
Όμως εδώ εντοπίζουμε και μια άλλη αντίφαση διότι, ενώ ο Μαυροκορδάτος είχε κάνει έδρα του το Μεσολόγγι, η εξουσία του σε αυτό υπήρξε πάντα περιορισμένη λόγω του κύρους και της δημοφιλίας του Μακρή. Σε άρθρο της εφημερίδας Αθηνά, στις 14 Ιουνίου του 1858, διαβάζουμε σχετικά ότι ο Μακρής παρά των συνεπαρχιωτών του ηγαπάτο θρησκευτικώς, διό και κατέστη τοσούτον ισχυρός, ώστε κατά τους χρόνους της επαναστάσεως και όταν ακόμη ο Μαυροκορδάτος διηύθυνε τα της Δυτικής Ελλάδος, ουδεμία προκήρυξις και γενική διαταγή εδημοσιεύετο ή ετοιχοκολλείτο άνευ της συγκαταθέσεως αυτού και της αδείας του επισήμως εκφραζομένης διά του κήρυκος ¨κατά διαταγήν του καπετάν  Μακρή¨…  Αλλά και ο ίδιος ο Μαυροκορδάτος σε επιστολή προς τους πολεμικούς συμβούλους του Μ. Κοντογιάννη, Ν. Στουρνάρη και Ν. Μπότσαρη, πιστοποιεί ότι στο Ζυγό και τις δυό χώρες η εξουσία ανήκει στον Καπετάνιο. Στις 23 Φεβρουαρίου του 1824 γράφει ο, κατά τα άλλα παντοδύναμος, Διευθυντής: … ο Καπετάν Δημήτρης Μακρής είναι εις το πλευρόν μας, ειπέτε μοι ποία από τας συμφωνίας εφυλάχθησαν εις τον Ζυγόν, της Μαύρης Αλικής τα κίστια δεν εδόθησαν. Οι εθνικοί μύλοι είναι εις τα χέρια του Μακρή, τα πρόβατα εμετρήθησαν όσων αυτών ηθέλησαν, και ανάθεμα τον παράν οπού θα παρθή. Ο καπετάν Μακρής διορίζεται εις την εκστρατείαν, ούτε αποκρίνεται κάν εις τα γράμματα οπού του έγραψα και τον εγράψατε. Ζώα χρειάζονται διά την εκστρατείαν, οι χριστιανοί του τα εμποδίζουν. Τον γράφετε να στείλη ζώα, δεν τα στέλνει. Εις όλα τα μέρη έχει κολτζήδες. Αυτοί κάνουν τας κρίσεις, αυτοί αποφασίζουν, αυτοί εκτελούν, αυτοί οικειοποιούνται τα εθνικά χωράφια, αυτοί τα βιβάρια…
Εύλογα λοιπόν ο μελετητής διερωτάται πως είναι δυνατόν στο Μεσολόγγι, την πρωτεύουσα της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος και έδρα του Διευθυντή της και με παρόντες τους περισσότερους μεγαλοκαπετάνιους της Ρούμελης και της Ηπείρου στο πλευρό του, η εξουσία να ανήκει στον Κλέφτη του Ζυγού; 
Η μόνη λογική απάντηση είναι ότι εκείνον αναγνώριζε και εμπιστευόταν ο λαός σαν φυσικό αρχηγό του. Αλλά και οι κυβερνήσεις δεν είχαν περισσότερη εξουσία στο Καπετανάτο του Ζυγού και αυτό το βλέπουμε κατά το τέλος της ίδιας χρονιάς όταν, ενώ μαίνεται εμφύλιος σε Μωριά και Ανατολική Ρούμελη, καταφθάνουν καταδιωκόμενοι φυγάδες στο Αιτωλικό οι Ζαήμης, Λόντος, Νικηταράς κ.α. Οι Καπετάνιοι της Δυτικής Ρούμελης και της Ηπείρου που ήταν συγκεντρωμένοι εκεί, με την ανοχή του πολιτικού αντιπάλου των φυγάδων Μαυροκορδάτου, παρέχουν άσυλο στους συναγωνιστές τους κρατώντας για μιά φορά ακόμη τον εμφύλιο μακριά από την Αιτωλία. Ο Κόκκινος σημειώνει σχετικά ότι τους εδέχθησαν, παρ’ όλα τα τυπικά προσχήματα ως φίλους. Και ο μεν Δημ. Μακρής, του οποίου αι πράξεις, αλλά και οι λόγοι απέρρεαν εκ της γενναίας καρδίας του, ανέλαβε να κρατήση εις το σώμα του τον Νικηταράν, διαβεβαιών τον ίδιον ότι και άν ακόμη τον εζητούσεν η Κυβέρνησις δεν θα τον παρέδιδε, παρά την απόφασιν της Συνελεύσεως, ο δε Τσόγκας παρέλαβε τον Ζαΐμην και τον Λόντον και τους μετέφερεν εις το Ξηρόμερον επί της πλησίον του Καλάμου ακτής. Όταν, στη συνέχεια, ο Κωλέττης έχοντας στο πλευρό του Παπαφλέσσα, Γκούρα, Καραϊσκάκη, Τζαβέλλα κ.α. επικράτησε των αντιπάλων του Κολοκοτρώνη, Δεληγιάννη κ.α. διέταξε τον Τσόγκα να φέρει τους φυγάδες στο Ναύπλιο, ο πονηρός Ξηρομερίτης Καπετάνιος φρόντισε να δραπετεύσουν στον Αγγλοκρατούμενο Κάλαμο για να βγεί από τη δύσκολη θέση. Ο Νικηταράς όμως έμεινε στο Νταϊφά, ακολούθησε τον Μακρή στις πολεμικές του επιχειρήσεις και μπήκε μαζί του στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, τοποθετήθηκε στη ντάπια του Ανανία και την υπερασπίστηκε μέχρι τον Αύγουστο του 1825 όταν, μετά τη σχετική αμνηστία, η κυβέρνηση τον απέσυρε στέλνοντάς τον πάλι στο Μωριά.                                                                                                    
Αξιοσημείωτο είναι ότι πουθενά δεν αναφέρεται διαταγή της κυβέρνησης προς τον Μακρή να παραδώσει τον Τουρκοφάγο, όπως έκανε με τον κυβερνητικό Τσόγκα, αν και οι πάντες εγνώριζαν πού είναι ο Νικηταράς και πρώτος από όλους ο κυβερνητικός εταίρος του Κωλέττη Μαυροκορδάτος. 
Να σημειωθεί επίσης ότι σε κανέναν από τους εμφυλίους που τάραξαν την Επανάσταση δεν αναφέρεται ως κυβερνητικός ή αντικυβερνητικός ο Μακρής. Ακόμα και όταν, το Μάρτιο του 1824, οι Μεσολογγίτες κάλεσαν τον Καπετάνιο τους να τους απαλλάξει από το διωγμένο από τα Άγραφα Καραϊσκάκη, ο οποίος είχε συμφωνήσει με τον Μαυροκορδάτο να αγοράσει ουσιαστικά τον τίτλο του Καπετάνιου των δύο Χωρών για 100.000 γρόσια, ο Πετρίτης του Ζυγού δεν του επιτέθηκε. Αρκέστηκε να κατέβει απλώς από τον Ζυγό. 
Στη θέα και μόνο του πανίσχυρου Νταϊφά των Κλεφτών, ο άρρωστος και ανίσχυρος εκείνη την εποχή Καραϊσκάκης απέσυρε τις δυνάμεις του. Ο Μαυροκορδάτος φυσικά εκμεταλλεύτηκε την περίσταση και δίκασε τον Καραϊσκάκη για προδοσία. Η δίκη έγινε στο Αιτωλικό, του οποίου Καπετάνιος ήταν ο Μακρής, αλλά ο ίδιος δεν πήρε μέρος ως στρατοδίκης, παρ’ όλο που ήταν άμεσα θιγόμενος από τη δράση του Καραϊσκάκη. Να σημειωθεί δε πως, όταν ο Καραϊσκάκης παράτησε φατρίες και καπάκια με τους Τούρκους και προσανατολίστηκε σταθερά στον Αγώνα αναλαμβάνοντας αρχιστράτηγος της Ρούμελης, ο Μακρής, παρ’ όλο που, κατά τον Κασομούλη, θεωρούσε ότι ο ίδιος ήταν ή έπρεπε να είναι αρχηγός των όπλων της, όχι μόνο υπηρέτησε υπ’ αυτόν αλλά και τον αποκαλούσε αδελφό του. 
Ολ’ αυτά δείχνουν ότι στην Αιτωλία, της οποίας Πρωτοκαπετάνιος ήταν ο Κλέφτης του Ζυγού, και κυρίως χάρις σε αυτόν, ο Αγώνας είχε από την αρχή του και μέχρι τέλους μια διαφορετική ποιότητα από ότι στην υπόλοιπη επαναστατημένη Ελλάδα. Έτσι, το ότι η κορύφωση της Επανάστασης συνετελέσθη στο Μεσολόγγι μόνο τυχαίο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Το απροσκύνητο δε του Μεσολογγίου και του Καπετάνιου του, από το οποίο προέκυψε το Μεγάλο Γιουρούσι,  τραγούδησε η δημοτική μας μούσα:
Κάστρα πολλά προσκύνησαν, και δώσαν τα κλειδιά τους,
Το Μεσολόγγι το κακό, το Μεσολόγγι τ’ άξιο
Δεν παραδίνει τα κλειδιά, πασά δεν προσκυνάει.
Κι ας λιγοστεύει το ψωμί, κι ας σώνεται τ’ αλεύρι.
Μέρα και νύχτα πόλεμο, μ’ εννιά χιλιάδες Τούρκους.
Πέφτουν ντουφέκια σα βροχή και μπόμπες σα χαλάζι. 
Κι από τη ντάπια του ο Μακρής στα παλικάρια κράζει:
-Παιδιά, βαστάτε τ’ άρματα, βαστάτε το ντουφέκι,
Γιατί βοήθεια πλάκωσε στεριάς και του πελάγου,
Ο Καραϊσκάκης της στεριάς, κι Υδραίοι του πελάγου.
Ούτε βοήθεια φάνηκε, κι ούτε βοήθεια φτάνει. 
Και σώθηκε όλο το ψωμί, και σώθηκε τ᾽ αλεύρι.
Μαύρο γιουρούσι κάνανε τη νύχτα του Λαζάρου.
Οι Τούρκοι τους καρτέραγαν, κρυμμένοι στα χαντάκια, 
Σκοτώσαν γυναικόπαιδα, χαλάσαν το γεφύρι,
Και λιγοστοί τους ξέφυγαν, στο αίμα κολυμπώντας.
Η αλήθεια είναι πως κάπως έτσι γίναν τα πράγματα. Ο Καπετάνιος πάσχισε να φέρει βοήθεια στην πολιορκημένη πόλη του και, το Δεκέμβριο του 1825, βγήκε νύχτα από το Μεσολόγγι, ακολουθούμενος από το Σουλιώτη Χ. Φωτομάρα και τον Ξηρομερίτη Κ. Βέρη πήγε στο εθνικό στρατόπεδο της Δερβέκιστας. Εκεί συνάντησε τους Κ. Μπότσαρη, Τσόγκα και Ράγκο που είχαν συγκεντρώσει 5.000 ασκέρι. Όμως κι αυτοί, όπως και ο Καραϊσκάκης, ήταν πολύ απασχολημένοι με το ποιός ήταν αρχιστράτηγος της Ρούμελης, ο Μπότσαρης ή ο Καραϊσκάκης, διαφορά που είχε προκύψει από της μηχανορραφίες των πολιτικών και κυρίως του Μαυροκορδάτου. 
Παρά το κύρος του αλλά και τις σχέσεις που είχε με τους τρείς Καπετάνιους, ο Μακρής κατάφερε να αποσπάσει, μόνον, κατ’ άλλους 300 κατ’ άλλους 600 άνδρες και επέστρεψε αμέσως στην πόλη του, όπου αποβιβαζόταν ο Ιμπραήμ με 15.000 στρατό σε βοήθεια του Κιουταχή, με εντολή του Σουλτάνου. Τώρα πιά, με σχεδόν το σύνολο των εχθρικών δυνάμεων καθώς και τον τεράστιο τουρκοαιγυπτιακό στόλο απασχολημένο στο Μεσολόγγι, οι υπόλοιποι Επαναστάτες μπορούσαν με την ησυχία τους να ασχοληθούν με θέματα ¨σοβαρότερα¨ όπως οι εκλογές. 
Ήταν φυσικό λοιπόν να καταλήξουμε στη 10η Απριλίου του 1826. Το μεσημέρι της μέρας εκείνης ο μόνος εναπομείνας από τη Διευθυντική Επιτροπή Παπαδιαμαντόπουλος κάλεσε το σώμα των Καπετάνιων και Οπλαρχηγών της Φρούρας στη Ντάπια του Μακρή, το φυσικό Αρχηγείο της Εξόδου, όπου απεφασίσθησαν και οι τελευταίες λεπτομέρειες για το Μεγάλο Γιουρούσι της ίδιας νύχτας. Ο Νότης Μπότσαρης επικεφαλής της Φρουράς των έξι ανατολικών Προμαχώνων του Φρουρίου, με οπισθοφυλακή τη Φρουρά της Κλείσοβας υπό το Χατζηπέτρο, θα έβγαινε από το ανατολικότερο σημείο της Εξόδου, για να επιτεθεί στο Καστέλι της Κλείσοβας αλλά και να ασφαλίσει τους Εξοδίτες από τυχόν ενισχύσεις του εχθρού που θα έφταναν από τα Μποχωρογάλατα.
Δυτικότερα αυτών θα έβγαινε η Φάλαγγα με τα Γυναικόπαιδα, συνοδευόμενη από τους οικείους τους που έφεραν όπλα, και ακόμη πιο δυτικά, από την Ντάπια του Μακρή, θα έβγαινε ο Καπετάνιος επικεφαλής της Φρουράς των υπόλοιπων δεκαεπτά Προμαχώνων και επετίθετο στα εχθρικά στρατόπεδα, ασφαλίζοντας από δυτικά την Κολώνα των Αμάχων. Τέλος, ο Κίτσος Τζαβέλας με τριακόσιους διαλεχτούς από όλους τους Προμαχώνες θα αποτελούσε την οπισθοφυλακή των Φαλάγγων του Μακρή και των Φαμελιτών.
Ο Καπετάνιος, πεζός με το γιαταγάνι στο χέρι πλαισιωμένος από τους σημαιοφόρους, το δικό του και του Νότη Μπότσαρη, οδήγησε το κύριο σώμα της Φρουράς με την ταχύτητα και την ορμητικότητα των Κλεφτών του Ζυγού, διέσχισε με επιτυχία τα εχθρικά στίφη και συγκάλεσε προσκλητήριο στην κορυφή του Ζυγού. Δίπλα του σ´ αυτή την πορεία, ντυμένη με αντρική φορεσιά και κρατώντας και αυτή γιαταγάνι, βάδισε η νεαρή και νιόπαντρη Καπετάνισσα Ευπραξία, η οποία από τότε και μέχρι το θάνατό της, όποτε αναφερόταν στον άντρα της, τον αποκαλούσε ο Ήρωάς μου.
Η συνέχεια περιλαμβάνει τη δράση του Μακρή στην Πελοπόννησο, μέχρι που ξαναγύρισε στη Ρούμελη, υπό τον Καραϊσκάκη πλέον, και η συμμετοχή του στην απελευθέρωση περιοχών ανατολικότερα της Αιτωλίας, στην οποία επέστρεψε μετά τη Μάχη της Αράχοβας και την σήκωσε πάλι στα όπλα. Με την ανάληψη της αρχιστρατηγίας των Ελληνικών δυνάμεων από τον Τσώρτς ορίστηκε Αρχηγός των Όπλων της Δυτικής Ρούμελης. Το βαθμό αυτό διετήρησε μέχρι την Ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας οπότε και επέστρεψε οριστικά στο Μεσολόγγι.
Ο Καπετάνιος διάλεξε ένα σημείο στο βορειότερο άκρο της Ιερής Πόλης και περίπου στο μέσον του Φρουρίου - τριακόσια μέτρα νότια από τη Μεγάλη Ντάπια και άλλα τόσα Δυτικά από τη δική του, από όπου μπορούσε να εποπτεύει όλο το μήκος του, έχτισε το σπίτι του και ασχολήθηκε πλέον με τη γεωργία.
Έζησε την υπόλοιπη ζωή του μεταξύ Μεσολογγίου και Ζυγού, με τους ανθρώπους που μοιράστηκε τη φοβερή περιπέτεια της Απελευθέρωσης της Πατρίδας και δεν δέχτηκε ποτέ άλλο τίτλο από κείνον του Καπετάνιου του Μεσολογγίου. Έτσι, όταν ο νεαρός Βασιλιάς Όθων απεφάσισε να διορίσει Υπασπιστή του έναν Απροσκύνητο Πολέμαρχο της Επανάστασης και τον κάλεσε στα Ανάκτορα για να του ανακοινώσει ότι τον επέλεξε για τη θέση αυτή, ό Κλέφτης του Ζυγού στενοχωρήθηκε. Κατηφής απάντησε στο Βασιλιά: Μεγαλειότατε δεν ξέρω εγώ να τσακάω τη μέση μου. Και ήσυχος πήρε τοο δρμο της επιστροφής για το Μεσολόγγι. Η απάντησή του αυτή έδωσε στον Όθωνα τότε αλλά και σε μας σήμερα να καταλάβουμε τί σημαίνει  Άνθρωπος Απροσκύνητος, αλλιώς Κλέφτης του Ζυγού.
Μερικά χρόνια αργότερα, όταν ήρθε η ώρα, διαισθάνθηκε την Έξοδό του από τη ζωή αυτή, πήρε τον δεκατετράχρονο τότε πρωτότοκο γιό του Νικόλα και ανέβηκαν στην Παλιογαβαλού. Εκεί ήταν η Καπετάνισσα και της είπε: Χλιμένη γριά, έρχεται ο τάταρης να πάρει την ψυχή μου. Μοιρολόγα γριά το ήρωά σου.
Μερικές μέρες αργότερα, από κει ψηλά απ᾽ τα Καστανοράχια, φτερούγισε η ψυχή του Πετρίτη του Ζυγού προς τον Κύριο των Δυνάμεων.
Οι Μεσολογγίτες κήδεψαν τον Καπετάνιο τους δίπλα στο Κοινοτάφιο των Πεσόντων της Εξόδου και, μερικά χρόνια αργότερα, ο επί σχεδόν τρεις δεκαετίες Δήμαρχος Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου Χρήστος Ευαγγελάτος, στο έργο του Ιστορία του Μεσολογγίου, γράφει πώς θυμόταν η Ιερή Πόλη τον Καπετάνιο της:
Αετός του Ζυγού, ενσαρκωτής της Ελληνικής λεβεντιάς και του ακατάβλητου ηρωϊσμού, που δεν γνωρίζει στιγμάς αναπαύσεως, καρδία αδίστακτος, ψυχή θρεμμένη με ανένδοτον πάθος διά την Ελευθερίαν, ένας απόστολος της φυλετικής υπερηφανείας και συγχρόνως της ανθρωπιάς και της καλωσύνης, το Ελληνικόν Βουνό ζωντανεμένο, ιδού ο Δημήτριος Μακρής, ο ήρως του Μεσολογγίου. Δεν ήτο όμως μόνον ο πολεμιστής. Παραλλήλως προς αυτόν υπήρχεν ο στρατηγός. Δηλαδή ο ικανός άνθρωπος, ο ψύχραιμος, ο συνετός, αυτός που έδρα όχι μόνον όπως έπρεπε αλλά και όταν έπρεπε, αυτός που εγνώριζε να διοική και να επιβάλλεται με το παράδειγμά του και με την αρετήν του. Με άλλους λόγους μια συνθετική μορφή από τας εξοχωτέρας του Ελληνικού αγώνος της ανεξαρτησίας, ιδιαιτέρως συνδεθείσα με το Μεσολόγγι και την μεγάλην υπόθεσίν του. Μία μορφή από τας πλέον αντιπροσωπευτικάς της Ελληνικής αλκής, φυσιογνωμία από εκείνας, που μόνη η προσωπική ιστορία των αρκεί διά να εξηγήση και να πείση περί του θαύματος της Ελληνικής διαρκείας. 
 
 
 
Η Ομιλία αυτή 
τυπώθηκε 
τον Απρίλιο του 2014
στις τυπογραφικές εγκαταστάσεις 
των Εκδόσεων 
¨Ασημακόπουλος¨, 
στην Ιερή Πόλη 
Μεσολόγγι,
δαπάναις φίλων 
του Ομιλητή.