Ομιλία του κυρίου Κώστα Καρκανιά στη 2η Συνάντηση των απογόνων των Ελεύθερων Πολιορκημένων, Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

 

 

2η Συνάντηση των Aπογόνων

των Eλεύθερων Πολιορκημένων

 

Oμιλητής

  Kώστας Kαρκανιάς

 

 Ιερή Πόλη Μεσολόγγι,

Παρασκευή 26 Mαρτίου 2010

 

Αγαπητές Πατριώτισσες, Aγαπητοί Πατριώτες,

 

H σημερινή ομιλία του κυρίου Κώστα Καρκανιά, ιδρυτικού μέλους της Αδελφότητας, θέτει ένα ζήτημα το οποίο συχνά μας διαφεύγει, εξαιτίας του τρόπου που καθιερώθηκε να διδάσκεται η Ιστορία στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Έχουμε μάθει να αποστηθίζουμε ονόματα επιφανών ανθρώπων και ημερομηνίες μεγάλων γεγονότων, μαθαίνοντας στην πραγματικότητα, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, να αγνοούμε ότι ο Αγώνας ήταν πράξη πολλών ανθρώπων.

Η Έξοδος μάλιστα, που αποφασίστηκε ομόφωνα και πραγματοποιήθηκε από μιαν ολόκληρη πόλη, την ίδια που νωρίτερα είχε εκλέξει δημοκρατικά το φρούραρχό της Θανάση Ραζή-Κότσικα, είχε παγκόσμιο αντίκτυπο προφανώς γι’ αυτό το λόγο: δεν ήταν η διατεταγμένη κίνηση ενός στρατιωτικού σώματος ή μιας μάζας εξαναγκασμένων αμάχων, ήταν έκφραση της ελεύθερης βούλησης των απλών ανθρώπων.

Των ανθρώπων στων οποίων τη Μνήμη συναντηθήκαμε σήμερα.

Ευχαριστούμε τον κύριο Κώστα Καρκανιά για την προσφορά του στην ανάδειξη της Ιστορίας των ανθρώπων της και για τη συμβολή του στην εξέλιξη της Ιερής Πόλης σήμερα.

Τον ευχαριστούμε, τέλος, για την σημερινή του παρουσία στη Συνάντηση των απογόνων των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

 

Στην Ιερή Πόλη Μεσολόγγι,

για το Διοικητικό Συμβούλιο της Αδελφότητας,

 

ο Πρόεδρος,

Γεράσιμος Π. Ρεπάσος

 

Η Έξοδος

των Aπλών Aνθρώπων

και ο Aγώνας

για την διατήρηση της Mνήμης

Για μια φορά ακόμη φέτος γιορτάζουμε την Έξοδο του Μεσολογγίου του 1826, για μια ακόμη φορά φέτος μιλάμε για την μεγάλη θυσία που οδήγησε στην Ανάσταση της Ελλάδας.

Και όμως είναι αρκετοί εκείνοι που ρωτούν:

•  Γιατί να γιορτάζουμε, γιατί να θυμούμαστε;

•  Γιατί εκφωνούμε λόγους τόσους πολλούς σε τόσα πολλά μέρη αυτές τις ημέρες; Γιατί προσπαθούμε οι λόγοι να είναι διαφορετικοί - Τι άλλο έχουμε να πούμε που δεν έχει λεχθεί;

•  Τι σημαίνει αυτή η επέτειος για εμάς στο Μεσολόγγι ή την υπόλοιπη Ελλάδα ή όπου υπάρχουν Έλληνες ή και για ξένους που ενδιαφέρονται για την Ελλάδα;

•  Τι σημαίνει άραγε η Έξοδος για την Πατρίδα;

Η δική μου απάντηση στην πρώτη ερώτηση, την έχω πει πολλές φορές, είναι ότι πρέπει να θυμούμαστε και όχι μόνον αριθμούς ή χρονολογίες ή ονόματα στρατηγών αλλά τα γεγονότα όπως τα έζησαν αυτοί που αγωνίστηκαν, οι οικογένειες αυτών που πέθαναν, που πείνασαν, αυτοί που έτρεξαν με τις σημαίες με τον σταυρό, αυτοί που φώναξαν, που τραγούδησαν για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία.

Πολύ περισσότερο τώρα που τα σύνορα άνοιξαν. Πολύ περισσότερο τώρα που έχουμε τόσους ξένους στην χώρα.

Η δική μου απάντηση πάλι στην δεύτερη ερώτηση είναι, ότι δεν χρειάζεται να νοιαζόμαστε να εκφωνήσουμε καινούριους λόγους. Θα αρκούσε να διαβάζουμε τους παλιούς, να διαβάζουμε σελίδες από τα βιβλία όσων έζησαν τα γεγονότα, να διαβάζουμε ή να τραγουδάμε τα τόσα τραγούδια που αναφέρονται σε εκείνα τα γεγονότα.

Άλλωστε και στις γιορτές, τα γενέθλια, τους γάμους λέμε τα ίδια τραγούδια με την ίδια σειρά.

Άλλωστε και στα πανηγύρια μας λέμε τα ίδια τραγούδια, κανονικά με την ίδια σειρά και κάνουμε τα ίδια πράγματα.

Άλλωστε και ο παππούς στο σύντομο διήγημα του Γιάννη Βλαχογιάννη με τίτλο «Έτσι ήτανε» τον εορτασμό τον καταλάβαινε με την επανάληψη του τραγουδιού:

«Να ‘μουν πουλί να πέταγα, να πήγαινα τ’ αψήλου

ν’ αγνάντευα την Ρούμελη, το έρμο Μεσολόγγι

πως πολεμάει με την Τουρκιά, με τέσσερους πασάδες!»

Έτσι και εγώ σήμερα δεν θα πω κάτι καινούριο αλλά θα προσπαθήσω να ξαναθυμηθώ μαζί σας εκείνους τους απλούς ανθρώπους που έκαναν την Έξοδο και πολέμησαν και πέθαναν, επειδή αυτό επέλεξαν.

Αλλά πως γνωρίζουμε το τι έγινε εκείνα τα μακρινά χρόνια;

Ποιος έχει καταγράψει τα γεγονότα;

Ως γνωστόν την ιστορία των Πολιορκιών και της Εξόδου την έχουν γράψει ή την έχουν διηγηθεί πολλοί αυτόπτες μάρτυρες από την πλευρά των Ελλήνων (που ήταν οι νικημένοι εκείνης της στιγμής) αλλά και δύο τουλάχιστον ξένοι από την πλευρά των νικητών και συγκεκριμένα:

1.    Οι συντάκτες της εφημερίδας ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ από την 1-1-1824 έως την 20-2-1826.

2.    Ο Νικόλαος Κασομούλης από Σιάτιστα Κοζάνης, ο οποίος ήταν Γραμματέας του Στουρνάρη και ήλθε στο Μεσολόγγι τον Ιούνιο του 1825.

3.    Ο Σπύρο Μήλιος σπουδαίος οπλαρχηγός από την Χειμάρα, ο οποίος ήταν μέσα στην πόλη έως την 17-1-1826 όταν έφυγε για το Ναύπλιο, από όπου επέστρεψε αλλά δεν μπόρεσε να εισέλθει πάλι στην Πόλη.

4.    Ο Αρτέμιος Μίχος - Γιαννιώτης, που πολέμησε υπό τον Γ. Κίτσο.

5.    Ο Αναστάσιος Παπαλουκάς, Φρούραρχος  Προκοπανίστου και Βασιλαδίου, ο οποίος σώθηκε και από την κατάληψη του Βασιλαδίου και από την Έξοδο. Ο Παπαλουκάς διηγήθηκε στον Σπύρο Μήλιο τα συμβάντα στην Πόλη από την 17-1-1826 έως την Έξοδο.

6.    Ο Σπύρος Τρικούπης που έφυγε από το Μεσολόγγι μετά την Α’ πολιορκία και ήταν στο Ναύπλιο Βουλευτής.

7.    Από την πλευρά των Τούρκο-Αιγυπτίων ο Ιταλός Alfonso Nuzzo Mauro, γιατρός στην υπηρεσία του Ιμπραήμ και ο Philip Green, φιλότουρκος πρόξενος της Αγγλίας στην Πάτρα.

8.    Αρχηγοί και άλλοι που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι και αλληλογραφούσαν με τους έξω. Πολλές από αυτές τις επιστολές βρίσκονται στον Τόμο «Αλληλογραφία της Φρουράς του Μεσολογγίου» των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

9.    Ξένοι όπως ο Αββάς Μικαρέλι πρόξενος της Αυστρίας στην Πάτρα και ο ανωτέρω Philip Green, που αλληλογραφούσαν με τον έξω κόσμο.

  1. Οι ίδιοι οι διασωθέντες αγωνιστές, που άφησαν τις ιστορίες τους σαν ιερή παρακαταθήκη στους απογόνους τους, που τις θυμούνται έως και σήμερα.

Μετά την απελευθέρωση την ιστορία αυτή την έχουν αναπαραγάγει όλοι οι συγγραφείς των σχολικών και άλλων βιβλίων ιστορίας σε περισσότερες ή λιγότερες γραμμές.

Οι πρώτοι συγγραφείς είχαν το πλεονέκτημα ότι ήταν οι ίδιοι μέσα στο Μεσολόγγι ή ότι είχαν δικούς τους μέσα στο Μεσολόγγι εκείνα τα ηρωικά χρόνια. Αντιθέτως οι συγγραφείς των Σχολικών Βιβλίων απλά και μόνο διαβάζουν σε άλλων βιβλία το τι συνέβη και προσπαθούν να το χωρέσουν στην μισή, την μία, τις δύο σελίδες που διατίθενται για αυτόν τον σκοπό.

Έτσι είναι αναγκασμένοι να κόψουν τις κατ΄ αυτούς λεπτομέρειες και να αφήσουν τα κατά την γνώμη τους σημαντικά στοιχεία, που μοιραία περιορίζονται σε κάποιες χρονολογίες όπως 1821, 1822, 1823, 1825, 1826 και κάποιους αριθμούς σχετικά με τους πολεμιστές εκατέρωθεν και κάποια ονόματα στρατηγών.

Και είναι αλήθεια ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να αυξήσουν τις σελίδες των βιβλίων που καθορίζονται από το Υπουργείο Παιδείας - το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο - το οποίο προσπαθεί να τις υπολογίσει με βάση τις δυνατότητες απορρόφησης των μαθητών, αλλά και τους στόχους της εκπαιδευτικής πολιτικής, η οποία συνεχώς διολισθαίνει από εκείνη της εθνικής εκπαίδευσης σε εκείνη της διεθνικής ή καλύτερα της ανεθνικής εκπαίδευσης. Άλλωστε σε μια τέτοια οπτική εντάσσεται και η αλλαγή του ονόματος του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας σε Υπουργείο Παιδείας και Δια Βίου Μάθησης, για την οποία ουσιαστικά κανείς δεν αντέδρασε.

Και στην ίδια οπτική εντάσσεται και η πρόσφατη εγκύκλιος του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών για να μη γίνουν επίσημοι εορτασμοί για την 25η Μαρτίου στις Ελληνικές Διπλωματικές Αντιπροσωπείες στο Εξωτερικό.

Έτσι οι συγγραφείς των σχολικών βιβλίων μοιάζουν να ανεβαίνουν όλο και πιο ψηλά με αεροπλάνο και να κοιτούν τον κόσμο και τα γεγονότα από πιο μακριά, έτσι ώστε το Μεσολόγγι και η Έξοδος γίνονται πιο μικρές και πιο μικρές συνεχώς.

Εξ άλλου είναι πολλοί εκείνοι οι ιστορικοί που τα τελευταία χρόνια γράφουν, και μερικοί πληρώνονται και από το εξωτερικό για να γράψουν, ότι πρέπει να απαλείψουμε από τα σχολικά βιβλία οτιδήποτε διατηρεί την έχθρα μεταξύ των λαών, οτιδήποτε τονίζει την υπεροχή του δικού μας λαού σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές, οτιδήποτε θυμίζει τους ποταμούς αίματος και δακρύων που χύθηκαν για να είμαστε εδώ σήμερα ελεύθεροι.

Υπάρχουν και άλλοι που στις δικές τους ιστορικές αναλύσεις προσπαθούν να παρουσιάσουν τα αρνητικά στοιχεία των δικών μας πολεμιστών διαβάζοντας επιλεκτικά και ξεχνώντας ότι και οι ήρωες είναι άνθρωποι και μάλιστα της εποχής τους.

Υπάρχει όμως και μια γενικότερη αδιαφορία ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, για την οποία βεβαίως ευθυνόμαστε εμείς οι μεγαλύτεροι - οι γονείς και οι δάσκαλοί τους και οι δήμαρχοί τους και οι βουλευτές τους και οι κυβερνήτες τους.

Μια αδιαφορία που εκφράζεται από μια κοινωνία χαλαρή, ξαπλωτή με τον φραπέ στο χέρι και με ένα αστραφτερό αυτοκίνητο σαν όνειρο, με φράσεις της μορφής «Σιγά μωρέ τώρα», «Και τι έγινε», «Ποιος νοιάζεται», «Καλύτερα με τους Τούρκους», «Ας πάρουν και το Καστελλόριζο» κλπ κλπ.

Μια αδιαφορία που έχει δημιουργηθεί και από άνευρα βιβλία ιστορίας, που διδάσκονται ξερά χωρίς συγκίνηση, έτσι ώστε να γίνονται αδιάφορα, και από δασκάλους που πολλές φορές διδάσκουν μόνον από απλή υποχρέωση και εξετάζουν μόνο την δυνατότητα απομνημόνευσης κάποιων χρονολογιών και κάποιων ονομάτων.

Αν λοιπόν τα βιβλία ιστορίας δεν αλλάξουν και αν η διδασκαλία της ιστορίας δεν προσανατολιστεί προς την ουσία των γεγονότων τότε ακόμη και η Έξοδος είναι δυνατόν να ξεχαστεί.

Αλλά ας θυμηθούμε τώρα ποιοι ήταν αυτοί που έκαναν την Έξοδο και μετά θα δούμε το ποιοι νοιάζονται και ποιοι πρέπει να νοιάζονται και γιατί για αυτούς.

Μέσα στην πόλη κατά την τελευταία πολιορκία υπήρχαν και ζούσαν πολλές χιλιάδες ανθρώπων από τους οποίους η μεγάλη πλειοψηφία ήταν οι Μεσολογγίτες με τις οικογένειές τους, πολλοί κατάγονταν από γειτονικά χωριά της Αιτωλο-Ακαρνανίας ή και μακρύτερα και υπήρχαν και οι Σουλιώτες και οι άλλοι Ηπειρώτες και οι Ασπροποταμίτες καθώς και κάποιοι λιγοστοί ξένοι φιλέλληνες.

Στην αρχή της τελευταίας πολιορκίας πολλές οικογένειες Μεσολογγιτών είχαν φύγει αλλά όταν η επιθετικότητα των πολεμιστών του Κιουταχή κόπασε, μετά τον Οκτώβριο του 1825, αυτοί ξαναγύρισαν.

Δυστυχώς τα πιο σίγουρα στοιχεία για τους πολιορκημένους τα έχουμε από πληροφορίες μετά την ηρωική Έξοδο:

•      1500 σκοτώθηκαν ή πέθαναν, κατά τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, έως την 3-2-1826 και επί πλέον 240 έως το τέλος του Μαρτίου 1826, σύμφωνα με επιστολή του Μάγερ περί τα τέλη Μαρτίου.

•      Κατά τις τελευταίες 8-10 ημέρες της πολιορκίας πέθαιναν 100 με 150 άνθρωποι κάθε μέρα, δηλαδή έχουμε πρόσθετους 1000-1500 νεκρούς, όπως λένε οι διασωθέντες οπλαρχηγοί σε επιστολή που έστειλαν από την Δερβέκιστα την 12-4-1826.

•      6.200 αυτιά νεκρών πολεμιστών κόπηκαν - παστώθηκαν και στάλθηκαν στον Σουλτάνο, είχαμε δηλαδή 3.100 νεκρούς εκτός από τα κεφάλια των επωνύμων, όπως γράφει ο Αββάς Μικαρέλι.

•      6.000 αιχμάλωτοι, γυναίκες και παιδιά, πουλήθηκαν σαν σκλάβοι μπροστά στα τείχη στο μεγάλο σκλαβοπάζαρο που οργανώθηκε, όπως λέει ο Αλφόνσο Μάουρο στο μικρό του βιβλίο για την καταστροφή του Μεσολογγίου. Από αυτούς έχουμε συγκεντρωμένα 1.600  περίπου ονόματα στο έγγραφο που έστειλαν προς την Κυβέρνηση οι πρόκριτοι του Μεσολογγίου από τον Κάλαμο το 1828. Και απ’ αυτούς Μεσολογγίτες με την στενή έννοια ήταν 974, Μποχωρίτες 30, Γαλατιανοί 10, Κερασοβίτες 26, από άλλα χωριά του Ζυγού 7, Αιτωλικιώτες 19, Κατοχιανοί 23, Νιοχωρίτες 16, από τον Αη Λιά 1, από την Σταμνά 2, από την Γουριά 5, από την Γαβαλού 13, από το Αγγελόκαστρο 1, από την υπόλοιπη Αιτωλοακαρνανία 176, Σουλιώτες 60. Από αυτούς τους αριθμούς προκύπτει εύκολα, ότι μέσα στην πόλη βρίσκονταν μαζί με τις οικογένειές τους και πολέμησαν κυρίως οι κάτοικοι της νότιας επαρχίας Μεσολογγίου.

•      1500, κυρίως άνδρες, σώθηκαν και έφτασαν στο Ναύπλιο και από αυτούς οι περίπου 300 ήταν υπό Μεσολογγίτες αρχηγούς. Ο Σπύρο Μήλιος λέει ότι από τους 220 δικούς του Bορειοηπειρώτες σώθηκαν μόνον 7. Η κύρια ομάδα των Μεσολογγιτών με περίπου 250 οπλοφόρους ακολούθησε διαφορετική πορεία προς το Ναύπλιο και για αυτό έφτασε και νωρίτερα με διαφορά 15 ημερών.

•      Εξ άλλου 600 περίπου πέθαναν στον δρόμο.

•      Και υπήρχαν και αρκετές οικογένειες που ευτύχησαν να έχουν διαφύγει κυρίως προς τον Κάλαμο ή άλλα νησιά των Επτανήσων πριν από την Έξοδο.

•      Αρκετοί τέλος ξέκοψαν από τον κύριο κορμό της ομάδας τους και ξέμειναν αλλού.

Έχουμε πολλές τέτοιες μαρτυρίες από τις οποίες 4 αναφέρω στο βιβλίο «Μεσολόγγι 1821-29, Οι Αθάνατοι Πρόμαχοι» του Ν. Κολόμβα, από δική μου καταγραφή που έγινε επειδή συνηθίζω να ρωτάω όταν γνωρίζω κάποιον, όπως κάναμε παλιότερα, «από πού είσαι, ποιοι οι γονείς σου».

Έτσι εκεί αναφέρω τον Ψαρόμυαλο στην Λεβαδειά, τους Καρκανιαίους στην Αμυγδαλή της Επαρχίας Αργιθέας του Νομού Καρδίτσας, τον απόγονο του Θέμελη στην Κορυτσά της Αλβανίας, τον Ξενάκη στα Χανιά της Κρήτης.

Και κάθε μέρα βρίσκουμε με τον Νίκο Κολόμβα και άλλους σε κοντινούς νομούς. Κάτι που μας έχει οδηγήσει να προτείνουμε στην Αδελφότητα την οργάνωση ενός Συνεδρίου με θέμα «Οι Δρόμοι των Εξοδιτών» μετά από δύο χρόνια.

Αν τώρα οι ανωτέρω αριθμοί είναι σωστοί, σημαίνουν ότι έζησαν και πολέμησαν μέσα στο Μεσολόγγι πριν από την Έξοδο περίπου 15.000 Έλληνες, από τους οποίους, όπως λέει και ο Σπύρο Μήλιος, περίπου 13.500 χάθηκαν, δηλαδή σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.

Όσοι, λιγοστοί, έφθασαν στο Ναύπλιο με τα όπλα τους δεν αναπαύθηκαν αλλά συνέχισαν να πολεμούν τους κατακτητές όπου μπορούσαν.

Όσοι σώθηκαν από την θυσία της Εξόδου και τις μετέπειτα μάχες και ταλαιπωρίες - Πολεμιστές, Οικογένειες από τα Επτάνησα, όσοι Aιχμάλωτοι απελευθερώθηκαν - επέστρεψαν μετά την απελευθέρωση της Πόλης την 2η Μαΐου 1829 και προσπάθησαν να ξαναστήσουν τα σπίτια τους, να ξαναρχίσουν τις δουλειές τους, να ξαναζήσουν ειρηνικά.

Όλοι οι παραπάνω βεβαίως δεν ήταν μόνο γηγενείς Μεσολογγίτες αλλά και πολλοί Αιτωλο-Ακαρνάνες και Σουλιώτες και Ηπειρώτες, από την Χειμάρα έως την Άρτα αλλά και άλλοι από την Κεντρική Ελλάδα, από την Σαμαρίνα έως την Φωκίδα.

Έγιναν όμως Μεσολογγίτες με τον αγώνα τους και με το αίμα τους και θα πρέπει κάποια στιγμή ο Δήμος της Ιερής Πόλης του Μεσολογγίου να τους απονείμει τον τίτλο τιμής του Μεσολογγίτη. Υπάρχουν άλλωστε ορισμένα τέτοια προηγούμενα κατά την διάρκεια της τελευταίας πολιορκίας, όπως γράφουν τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ.

Θα μου πείτε - κάποιοι σκεπτικιστές από εσάς - ότι όλα τα παραπάνω είναι τραγικά, ίσως και ηρωϊκά, αλλά όλοι αυτοί οι άνθρωποι έτυχε και βρέθηκαν εκεί, σύρθηκαν πίσω από τα γεγονότα, ακολούθησαν τις διαταγές των στρατηγών τους και ατύχησαν λόγω της κακής έκβασης των πολεμικών επιχειρήσεων.

Αυτή όμως δεν είναι η αλήθεια γιατί:

  1. Μπορούσαν να μην είναι καν εκεί ή να είχαν φύγει όταν πλησίαζαν τα στρατεύματα του Κιουταχή ή και καθ’ όλη την περίοδο της πολεμικής ανάπαυλας από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του 1825.
  2. Οι οικογένειες θα μπορούσαν να μην έχουν γυρίσει το φθινόπωρο του 1825.
  3. Θα μπορούσαν ακόμη να φύγουν τον Ιανουάριο του 1826, όπως πρότεινε ο Μιαούλης.
  4. Θα μπορούσαν να έχουν συμφωνήσει έντιμη παράδοση και μάλιστα με τα όπλα τους και να φύγουν, όπως πολλές φορές τους προτάθηκε από τους πολιορκητές. Η τελευταία φορά ήταν την 15η Ιανουαρίου 1826.

Επί πλέον, όλοι αυτοί, και μιλάω κυρίως για τους Μεσολογγίτες (δηλαδή όσους κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Πόλης έως τα χωριά του Ζυγού και έως τον Εύηνο και την Βαράσοβα), δεν ήταν πολεμιστές όπως οι Σουλιώτες αλλά αγρότες, αλιείς, ναυτικοί, έμποροι. Όλοι αυτοί έγιναν πολεμιστές αυτοβούλως από το 1821 και μετά γιατί πίστεψαν ότι ήταν ανάγκη να υπερασπιστούν την Ελευθερία της Πατρίδος και την Πίστη του Χριστού.

Και όταν χρειάστηκε να αποκτήσουν Αρχηγό, επέλεξαν οι ίδιοι αυτόν που νόμιζαν μεταξύ τους τον καλύτερο, δηλαδή τον Θανάση Ραζηκότσικα.

Και όταν έφτασε η ώρα να σκεφτούν ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν τον πόλεμο χωρίς τροφή, αυτοί ομοφώνως αποφάσισαν την Έξοδο.

Και αυτό δεν είναι μύθος που κατασκευάστηκε μετά, αλλά το γράφει ο Ν. Κασομούλης που ήταν αυτόπτης μάρτυρας.

Και καθ’ όλη την διάρκεια της τελευταίας πολιορκίας όλοι οι Μεσολογγίτες, και μάλιστα οι γυναίκες και τα παιδιά, μετέχουν στην άμυνα, με πολλούς τρόπους, μεταφέρουν υλικά για το τείχος, μεταφέρουν πυρομαχικά για τους πολεμιστές, κάνουν πετροπόλεμο, χωρίς να λιποψυχήσουν, χωρίς να δειλιάσουν.

Και αυτά δεν είναι μύθος αλλά τα γράφουν αυτόπτες δηλαδή τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, ο Σπύρο Μήλιος κ.α.

Και την παραμονή της Εξόδου όλοι αυτοί ετοιμάζονται με ψηλό ηθικό για τον περίπατο προς την Αιωνιότητα.

Αλλά και αυτοί που θα μείνουν πίσω επειδή είναι πολύ γέροι ή λαβωμένοι, δεν κλαίνε, δεν λυγάνε αλλά παίρνουν θέσεις, ετοιμάζονται για πόλεμο, ετοιμάζονται για την υπέρτατη θυσία των ανατινάξεων.

Και αυτά πάλι δεν είναι μύθος αλλά τα γράφουν ο Σπύρο Μήλιος κ.α.

Αυτοί λοιπόν ήταν οι χιλιάδες Μεσολογγίτες που αποφάσισαν  μόνοι τους ομοφώνως να μείνουν στην Πόλη και να κάνουν την Έξοδο χωρίς διαταγές από στρατηγούς ή κυβερνήτες.

Άλλωστε η κυβέρνηση στο Ναύπλιο με άλλα ασχολιόταν, όπως πολύ παραστατικά γράφει ο Σπύρο Μήλιος, ο οποίος μαζί με άλλους 5 εκπροσώπους των πολιορκημένων πήγε στο Ναύπλιο από 17-1-1826 για να ζητήσουν επείγουσα βοήθεια.

Και αυτούς όλους, πριν βγουν για την Έξοδο, τους μετάλαβαν οι ιερείς της Πόλης, ο Ιωσήφ Επίσκοπος Ρωγών και τόσοι άλλοι γνωστοί και άγνωστοι.

Και αυτός ο Επίσκοπος ήταν εκείνος που υπαγόρευσε στον Ν. Κασομούλη την απόφαση της Εξόδου, όπως την σχεδίασαν οι στρατηγοί.

Και αυτό δεν είναι μύθος γιατί το γράφει ο ίδιος ο Ν. Κασομούλης.

Τα ονόματα πολλών απ’ αυτούς ήδη τα έχουμε με επαρκή τεκμηρίωση χάρις στις προσπάθειες αρκετών ερευνητών αλλά κυρίως του συγγραφέα και φίλου Στρατηγού Νίκου Κολόμβα στο βιβλίο «Μεσολόγγι 1821-29, Οι Αθάνατοι Πρόμαχοι» και ο κατάλογος είναι ανοικτός, γιατί κάθε μέρα βρίσκουμε και άλλα.

Στο Μεσολόγγι της δεκαετίας του 1950 σχεδόν όλοι οι κάτοικοι ήταν απόγονοι ή συγγενείς απογόνων αυτών των Ελεύθερων Πολιορκημένων, αυτών των Εξοδιτών, και το γνώριζαν.

Αλλά και σήμερα η κατάσταση δεν έχει αλλάξει πολύ γιατί και οι νεόφερτοι στην Πόλη παντρεύονται με τους παλιότερους κατοίκους και έτσι συγγενεύουν με τους ένδοξους Προγόνους.

Αλλά και όσοι κάτοικοι δεν έχουν αποκτήσει συγγενικό δεσμό έχουν αποκτήσει δεσμό κοινής γης, κοινών γιορτών, κοινών αναμνήσεων.

Όλοι εμείς λοιπόν εδώ στο Μεσολόγγι θυμούμαστε και νοιαζόμαστε για αυτούς που έφυγαν τότε, φροντίζουμε τους τάφους τους, τους μνημονεύουμε στις συζητήσεις μας, ντυνόμαστε τα ρούχα τους στα πανηγύρια μας από τον Αχελώο μέχρι τον Εύηνο, τραγουδάμε στις γιορτές μας τα τραγούδια τους.

Και εμείς όταν μιλάμε για όσα θαυμαστά έγιναν εκείνα τα χρόνια και ιδιαίτερα εκείνη την ανοιξιάτικη νύκτα της 10ης Απριλίου του 1826 δεν μιλάμε για κάποιους άγνωστους Έλληνες και τα κατορθώματά τους αλλά μιλάμε για τους πατεράδες μας, τους κοντοσυγγενείς μας. Και για αυτό στις γιορτές μας περπατάμε σαν σε κηδεία, σαν σε μνημόσυνο.

Και εμείς όταν εισερχόμαστε στο Ηρώον, χαμηλώνουμε τις φωνές μας γιατί εισερχόμαστε σε ιερό χώρο. Και παλιότερα όταν μας έφερναν οι μητέρες μας για περίπατο εμείς θαυμάζαμε τα κανόνια, τις βόμβες, τα αγάλματα, τις αναμνηστικές στήλες, τους φοίνικες, τις δάφνες, τον Τύμβο γεμάτον, όπως  φανταζόμαστε, από τα κόκκαλα όσων πέθαναν.

Στην γειτονιά όπου γεννήθηκα, είχαμε δίπλα μας τους άλλους Καρκανιαίους, τους Δουλιωταίους, τους Μοσχοπουλαίους, τους Πετροπουλαίους, τους Δενδραμήδες, τους Κοντοκραίους, τους συγγενείς των Καββαγιαίων και λίγο πιο εκεί τους Καλλιανεζαίους και τους Γαλετο-Κατσιμπραίους και πιο εκεί τους Παπουτσοπουλαίους και πιο πάνω τους Λανταίους και τόσους άλλους και όλοι αυτοί γνώριζαν ποιοι ήταν οι παππούδες τους και ήταν περήφανοι χωρίς να το διαλαλούν. Και μάλλον οι πρόγονοί μας έμεναν πάντα στις ίδιες γειτονιές μετά την επιστροφή στην Πόλη το 1829.

Για αυτήν την ανάμνηση στο Μεσολόγγι και την επιβίωσή της αλλά και τον εορτασμό της έχει γράψει ένα εξαιρετικό μικρό κείμενο ο γείτονας, φίλος και εξαιρετικός συμπολίτης ο Νίκος ο Γαλέττας, από το οποίο θα διαβάσω ένα μικρό τμήμα:

«Όπως μας έλεγε ο θείος μου Γιώργος Κατσίμπρας, η γιαγιά του Λένκω ήταν δεκαπεντάχρονη παιδούλα στην Έξοδο. Τη νύχτα εκείνη, «που την τρέμει ο λογισμός» τα τρία αδέλφια της σκοτώθηκαν. Αυτή αιχμαλωτίσθηκε, κάπου εκεί κοντά στα «τρία δένδρα», όταν τα σκυλιά των Τούρκων την «έβγαλαν» από τα βούρλα που ήταν κρυμμένη.

Έγινε σκλάβα σε έναν Τούρκο μπέη στην Αδριανούπολη, φροντίζοντας τα παιδιά του. Εκεί, καθώς μας έλεγε ο θείος μου, έφτιαχνε δικά της νανουρίσματα με κατάρες για τους Τούρκους και τα Τουρκόπουλα, που τα τραγουδούσε καθώς νανούριζε τα παιδιά του μπέη. Κι η μεγάλη χανούμισσα που δεν ήξερε ελληνικά, χαιρόταν καθώς τα άκουγε νομίζοντάς τα φιλοφρονήματα και επαίνους για τα μικρά της.

Τα πρώτα χρόνια δεν την άφηναν να βγει καθόλου απ’ το σεράι. Ύστερα από επτά χρόνια που απόκτησε την εμπιστοσύνη της κυράς της, αυτή την έστελνε κάπου-κάπου για κάποιο «θέλημα». Το φούρνο, που ήταν εκεί κοντά, τον είχε ένας Έλληνας, που όταν έμαθε πως ήταν Μεσολογγιτοπούλα, μαζί με ένα παπά της πόλης οργάνωσαν την απόδρασή της.

Από την Αδριανούπολη φυγαδεύτηκε στην Κρήτη, απ’ εκεί στην Αλεξάνδρεια, όπου δρούσε μεγάλη οργάνωση για τον εντοπισμό και την επιστροφή αιχμαλώτων του απελευθερωτικού αγώνα. Απ’ την Αλεξάνδρεια γύρισε στο Μεσολόγγι, όπου παντρεύθηκε.

Στο Μεσολόγγι ζούσαν κι άλλοι Εξοδίτες, που επέζησαν της φοβερής εκείνης νύχτας, Άνδρες και Γυναίκες. Κι ήταν απέραντος ο σεβασμός ολόκληρης της πόλης στα πρόσωπα αυτά. Ήταν τα ιερά πρόσωπα για όλη την πόλη. Έτσι, για παράδειγμα, όταν η Λένκω πήγαινε στη βρύση για νερό, κι ήταν σειρά οι Μεσολογγίτισσες στις λιγοστές τότε βρύσες, όλες παραμέριζαν και την άφηναν να γεμίσει αμέσως το «γκιογούμι» ή το «μπότη» της χωρίς να περιμένει στη σειρά».

Όλα αυτά δεν τα είπα για να παινέψω το σπίτι μας αλλά για να απαντήσω σε όσους αμφισβητούν ή έστω αμφιβάλλουν για τα όσα έγιναν τότε και προσπαθούν να μας πουν τις δικές τους απαράδεκτες και αστήρικτες και σαλονίσιες και δήθεν προοδευτικές θεωρίες. Έτσι μας λένε ότι τίποτε δεν έγινε έτσι όπως το γράφει η Ιστορία μας και ότι δεν αισθανόμαστε τότε σαν Έλληνες και ότι οι παππάδες και οι προύχοντες ήταν με τους Τούρκους και ότι καλά περνάγαμε υπό την Οθωμανική κυριαρχία και ότι οι οπλαρχηγοί ήταν ληστές κλπ κλπ.

Αν όμως διαβάσουμε τις ανωτέρω Ιστορίες των αυτοπτών συγγραφέων ή επιστολογράφων θα διαπιστώσουμε ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν είναι αλήθεια. Στα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, αν ξεφυλλίσουμε μόνον αυτά, είναι τόσο ξεκάθαρο το πώς αισθάνονταν και πώς φέρονταν οι Μεσολογγίτες και οι άλλοι πολιορκημένοι, ώστε δεν έχουμε καμιά ανάγκη να διαβάσουμε τις κατασκευασμένες σε εργαστήριο ιστορίες αυτών που επέλεξαν να κοιτούν τα γεγονότα όχι μέσα από την Ελλάδα αλλά σαν να ανήκουν σε άλλα έθνη.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε ότι και οι ξένοι αλλά και οι Έλληνες του εξωτερικού θυμούνται το Μεσολόγγι και μάλιστα το συνδυάζουν σωστά με την απελευθέρωση της Ελλάδας. Αναφέρω κάποια παραδείγματα:

•      Στην Εφημερίδα ΠΟΝΤΟΣ των Ελλήνων της Κριμαίας, το φύλλο του Μαρτίου πριν από μερικά χρόνια είχε σαν εξώφυλλο τον πίνακα της Εξόδου του Βρυζάκη.

•      Ο Θωμάς Γκάλαντ (Th. Gallant) στην Σύντομη Ιστορία για την Νέα Ελλάδα έχει σαν εξώφυλλο την ίδια Eικόνα.

•      Το Βουλγαρικό περιοδικό ΕΥΡΩΠΗ στο αφιέρωμά του για την Νέα Ελλάδα είχε την ίδια Eικόνα.

Εξ άλλου και στην πολύ σύντομη ιστορία της Ελλάδας στο φυλλάδιο του Υπουργείου Εσωτερικών, για τους ξένους που αποκτούν ελληνική ιθαγένεια, αυτή η Eικόνα υπάρχει στο κεφάλαιο για την Επανάσταση του 1821.

Εμείς λοιπόν οι Μεσολογγίτες θυμούμαστε τους απλούς ανθρώπους, ανθρώπους σαν εμάς, που εκείνη την εποχή απάντησαν στο κάλεσμα της πατρίδας, της θρησκείας, της ιστορίας και έγιναν ήρωες και πεθαίνοντας συντέλεσαν πιο πολύ από τους ζωντανούς στο να απελευθερωθεί η πατρίδα.

Πρέπει όμως να τους θυμούμαστε και όλοι οι Έλληνες για την οικειοθελή στράτευσή τους στον αγώνα για την ελευθερία, για την αληθινή πίστη τους στην δική μας θρησκεία, για την συμμετοχή τους στις διαδικασίες λήψεως των μεγάλων αποφάσεων, για την ακομμάτιστη διαγωγή τους σε μια εποχή εμφύλιων πολέμων, για την σταθερή άρνησή τους σε κάθε πρόταση παράδοσης, για την εθελοντική συμμετοχή στον αγώνα ακόμη και των γυναικών και των παιδιών.

Πρέπει να τους θυμούμαστε κυρίως οι μεγαλύτεροι για να πείθουμε για την ίδια ανάγκη και τους νεώτερους.

Πρέπει να τους θυμούνται εκείνοι οι γονείς που θεωρούν ότι πρέπει να απαλλάξουν τα παιδιά τους από την ιερή υποχρέωση και το δημοκρατικό δικαίωμα της στράτευσης για να μην ταλαιπωρηθούν, για να μην είναι κοντά στα σύνορα.

Πρέπει να τους θυμούμαστε επίσης εκείνοι οι πολίτες, των οποίων οι πολιτικοί προσπαθούν να πάρουν την ψήφο υποσχόμενοι μείωση της θητείας, μείωση των εξοπλισμών, όταν ζούμε στην Ελλάδα με τις τόσες φανερές εξωτερικές  και καθημερινές επιβουλές.

Και, τέλος, πρέπει να απαντήσω στο ερώτημα για το πώς φανταζόμαστε εμείς την υποχρέωση της Πολιτείας προς το Μεσολόγγι λόγω αυτών των παλιών ανδραγαθημάτων και θυσιών. Άραγε μας χρωστούν οι άλλοι, μας χρωστά η πατρίδα και πώς μπορεί να ξεπληρώσει;

Πιστεύω πως εμείς όντας απόγονοι αυτών των προγόνων δεν πρέπει να ζητούμε τίποτα, όπως δεν ζήτησαν και εκείνοι κατά τις πολιορκίες και όπως δεν πήραν και όσοι επέζησαν μετά. Όλα αυτά τα χρέη λοιπόν της πατρίδας προς τον κάθε ένα μας εμείς σαν άτομα τα έχουμε σβήσει.

Η πατρίδα όμως χρωστά, και μάλιστα πολλά, στην Iερή Πόλη, και μάλιστα με τόκο, γιατί ποτέ δεν της έδωσε τίποτα.

Και χρωστά και πρέπει να δώσει και να δίνει όχι στα άτομα αλλά στην Ιερή Πόλη του Έθνους, το Μεσολόγγι.

Και πρέπει να δίνει για να την έχει ισχυρή και ωραία, ώστε να την δείχνει στους αιώνες που έρχονται σαν απόδειξη της αιώνιας εκτίμησης και σαν φάρο, που προσκαλεί τους εισερχομένους στην Πόλη σε μίμηση του τρόπου ζωής και θανάτου των Μεσολογγιτών της Εξόδου.

Εμείς λοιπόν δεν πρέπει να ζητούμε τίποτε σαν άτομα.

Η πατρίδα όμως πρέπει να φροντίζει για την Πόλη μην ξεχνώντας, ότι η Ελλάδα δεν αποτελείται από μεγάλες εκτάσεις ή από μεγάλους πληθυσμούς αλλά από Θερμοπύλες και από Μεσολόγγια.

Θα τελειώσω με ένα μικρό προσκλητήριο αγωνιστών που πέθαναν και άλλων που έζησαν γιατί αυτό καλεί η σημερινή ημέρα. Διάλεξα ονόματα γνωστά για να μην χρειαστεί να εξηγώ συγγένειες. Σκοπίμως δεν διάλεξα ονόματα στρατηγών αλλά ονόματα απλών ανθρώπων, από τις πολλές χιλιάδες που καταγράφονται στα βιβλία του Νίκου Κολόμβα «Μεσολόγγι 1821-1829, Οι αθάνατοι πρόμαχοι» και του Σπύρου Σακαλή «Η τύχη της οικογένειας του Ιωάννη Μάγερ και ο Κατάλογος των Αιχμαλώτων της Εξόδου».

 

Σημειώνω ότι αυτούς τους καταλόγους τους έχω ανεβάσει στο διαδίκτυο *.

Ιωσήφ Επίσκοπος Ρωγών. Ανατίναξε τον Ανεμόμυλο και ο ίδιος βαρύτατα τραυματισμένος υπέστη μαρτυρικό θάνατο.

Βάλβης Ζαφείριος, Ιερέας. Σκοτώθηκε κατά την Έξοδο.

Βάλβης Παντολέων, Ιερέας. Κατά την Έξοδο αιχμαλωτίστηκε, βασανίστηκε, σκοτώθηκε μπροστά στο Τείχος.

Διαμάντης Σουλιώτης, Ιερέας. Σκοτώθηκε όταν κατά την Έξοδο ανατίναξε υπόνομο που είχε κατασκευαστεί μπροστά στην Μεγάλη Ντάπια, την στιγμή που οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να εισβάλλουν στην Πόλη.

Καβάγιας Χαράλαμπος, Ιερέας. Διασώθηκε λαβωμένος με την βοήθεια της αδερφής του μέσω Φοινικιάς.

Δενδραμής Δήμος. Καπετάνιος σε δικό του πλοίο. Έπεσε κατά την Έξοδο ενώ τα 4 μέλη της οικογένειάς του αιχμαλωτίστηκαν, πουλήθηκαν σαν σκλάβοι και αγνοείται η τύχη τους.

Κατοχιανός Γεώργιος, Δημήτριος, Σπύρος, Τσάντης. Έπεσαν κατά την Έξοδο.

Κατοχιανός Γεώργιος. Διασώθηκε.

Κατοχιανού Τσάντα, Χρύσω. Αδελφές του ανωτέρω. Αιχμαλωτίστηκαν, πουλήθηκαν σκλάβες, απελευθερώθηκαν μετά από 13 χρόνια.

Κατοχιανός Δημήτριος,

Φώτιος Μέτζος, Χρήστος,

Κουταχιανού Μαρία. Αιχμαλωτίστηκαν.

Κοντοκράς Αθανάσιος. Έπεσε κατά την τελευταία πολιορκία. 

Κοντοκράς Ανδρέας. Διασώθηκε μόνον αυτός από όλη την οικογένειά του.

Κοντοκράς Βασίλης, Σπύρος, Παναγιώτης. Έπεσαν κατά την Έξοδο.

Κοντοκράς Δημήτριος. Σώθηκε κατά την Έξοδο.

Κοντοκράς Αντώνης. Αγνοείται.

Κοντοκρά Χριστίνα. 12 ετών αιχμαλωτίστηκε, πουλήθηκε, απελευθερώθηκε μετά από 8 χρόνια.

Κοντοκρά Παγώνα. Σύζυγος Γεωργίου, αιχμαλωτίστηκε.

Κοντοκρά Αγγέλω. Σύζυγος του ανωτέρω, αιχμαλωτίστηκε, εξαγοράστηκε μέσω εισφορών μετά από ένα χρόνο.

Κοντοκράς Σωτήριος. Αιχμαλωτίστηκε κατά την Έξοδο, μεταφέρθηκε στην Μεθώνη, από όπου απελευθερώθηκε δι’ εξαγοράς τυφλωμένος.

Μπαγιώργας Αθανάσιος και Γιώργος. Διασώθηκαν.

Γκόρπας Αθανάσιος και Γεώργιος. Πυροβολητές, διασώθηκαν.

Γκόρπας Θωμάς. Πριν από την Επανάσταση εφοπλιστής. Πούλησε το καράβι του, κατέθεσε τα χρήματα για τον Αγώνα. Διασώθηκε πληγωμένος κατά την Έξοδο.

Οικογένεια Θωμά Γκόρπα. Αιχμαλωτίστηκαν κατά την Έξοδο και πουλήθηκαν. Εξαγοράστηκαν με χρήματα του ιδίου.

Γκόρπας Κωνσταντίνος. Πολέμησε στην Κλείσοβα, ήταν πυροβολητής. Διασώθηκε κατά την Έξοδο.

Γκούβας Κώστας. Κατά την Έξοδο διασώθηκε ενώ η μητέρα του και οι δύο αδερφές του χάθηκαν.

 

Εύχομαι να ζούμε για να τους θυμούμαστε

και μετά από εμάς τα παιδιά μας

και τα παιδιά των παιδιών μας.

 

* Στη διεύθυνση http://messolonghi.elea.gr/exodites.html 


P26thP260310_21300thumbP260310_22300thumbP260310_23300thumbP260310_24300thumb